Translate

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Απομαγνητοφώνηση της διάλεξης του Ν. Λυγερού με θέμα: "Δίνω αυτό που είμαι και όχι αυτό που έχω". (+ βίντεο).

Δίνω αυτό που είμαι και όχι αυτό που έχω
Ν. Λυγερός

Απομαγνητοφώνηση: Τσιαμίτας Θεόδωρος.


"Δεν ερχόμαστε επειδή γνωρίζουμε συγκεκριμένα την πόλη αλλά επειδή έχουν γίνει πράξεις εδώ, με την έννοια αν θέλετε και την αποστολική εφόσον κάνατε την πολύ ωραία αναφορά στον Χριστό. Έχει σημασία να δούμε ότι πολύ συχνά κάνουμε πολλές κινήσεις μέσα στη ζωή μας για να γεμίσουμε το κενό γιατί δε ξέρουμε πώς να το γεμίσουμε. Ενώ αν έχουμε μερικές γνώσεις για την κενότητα βλέπουμε ότι οι πράξεις είναι πολύ σημαντικές. Άρα θα αρχίσουμε με το θέμα της προσφοράς, της αιμοδοσίας. Για όσους έχουν παρακολουθήσει πράγματα συγκεκριμένα και τοποθετημένα με έναν κλασσικό τρόπο θα ξαφνιαστούν. Άρα εγώ σας προειδοποίησα, όσοι θέλετε το ακούτε. Για μένα το αίμα είναι πάρα πολύ σημαντικό, όχι μόνο ως βιολογικό προϊόν, το οποίο είναι ούτως ή άλλως, αλλά επειδή ανήκει σ’αυτές τις τρεις ουσίες οι οποίες χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο. Άρα έχουμε το αίμα –και ξέρετε ότι μέχρι να βρούμε τις ομάδες παιδευτήκαμε λίγο. Υπάρχουν και άνθρωποι που πέθαναν από μετάγγιση που δεν ξέραμε γιατί δε λειτουργεί. Έχει ενδιαφέρον λοιπόν άμα το συνδυάσουμε και με το γάλα και με το σπέρμα. Θα μου πείτε πώς αυτές οι τρεις ουσίες συνδυάζονται. Στην πραγματικότητα θα δείτε ότι σε πρώτο επίπεδο, το πιο κλασσικό, είναι ότι έχουμε το ζευγάρι, μετά το ζευγάρι έχουμε την μάνα και το παιδί, και μετά έχουμε τον κόσμο. Στο ζευγάρι λοιπόν είναι μία από τις ουσίες, μετά είναι η μάνα με το παιδί η δεύτερη ουσία και η πιο αφαιρετική κι επί του πρακτέου η πιο αλτρουιστική είναι το αίμα. Η διαφορά με τις δύο πρώτες είναι ότι τις δύο πρώτες συνήθως ξέρουμε πού τις δίνουμε. Ενώ στην τρίτη εκ φύσης όπως το ‘χει κάνει η Ανθρωπότητα δεν ξέρουμε, και είναι βέβαια ανώνυμη αυτή η δωρεά. Έχει ενδιαφέρον άμα το προσεγγίσουμε έτσι το θέμα γιατί πολύ συχνά αναρωτιόμαστε αν είναι υποχρεωτικό, αν πρέπει να το κάνουμε ή αν δεν πρέπει, ή αν είναι σε ένα πλαίσιο θρησκευτικό. Θα μιλήσουμε λοιπόν πολύ απλά γι’αυτό το θέμα απ’την αρχή. Πρώτα απ’όλα είναι πολύ δύσκολο στη ζωή μας να αφήσουμε κάτι. Όταν είμαστε μικροί αυτό που θέλουμε είναι να πάρουμε κάτι. Όταν μεγαλώνουμε και καταλαβαίνουμε ότι είμαστε θνητοί και μπορεί να μη μείνει και τίποτα από αυτά που πήραμε μετά προσπαθούμε να δούμε τι θα αφήσουμε. Συνήθως το κάνουμε με τα παιδιά μας, με την οικογένειά μας. Μπορεί να είναι μια προσφορά πιο γενικευμένη. Αλλά η ιδέα είναι ότι συνειδητοποιούμε ότι είμαστε μια σκυτάλη, ένας κρίκος από ένα ενδιάμεσο, παρελθόν και μέλλον. Στην αρχή, όπως είπα θυμόμαστε ότι είμαστε αθάνατοι, εφόσον είμαστε αθάνατοι δεν έχουμε ανάγκη από αίμα. Κι επειδή κάνουμε προβολή λέμε ούτε οι άλλοι έχουν ανάγκη. Μόνο άμα σας συμβεί μες στην οικογένεια κάτι το σοβαρό ξαφνικά ενεργοποιείται μια ανάδραση και λέτε τελικά είναι διαφορετικά τα πράγματα. Όσο δεν έχει γίνει αυτό θα λειτουργήσουμε πάνω-κάτω όπως όλοι οι άνθρωποι. Ξέρετε, όταν υπάρχουν σύλλογοι που ασχολούνται με ανθρώπους που έχουν έχουν κάποιες ειδικές ανάγκες σε έναν τομέα, πολύ συχνά θα βρείτε γονείς παιδιών που έχουν αυτό το πρόβλημα. Γιατί αυτοί ενεργοποιήθηκαν και μετά ήρθανε και οι άλλοι. Εδώ λοιπόν με το αίμα στην αρχή θεωρούμε ότι δεν είναι σημαντικό. Μετά, όταν μεγαλώνουμε καταλαβαίνουμε ότι θα είμαστε οι επόμενοι. Αυτό το βλέπουμε συνήθως αρχικά με το πρώτο σοκ που είναι όταν πεθαίνουν ο παππούς και η γιαγιά, αλλά δεν είναι ακόμα τόσο πρακτικό. Όταν πεθαίνουν οι γονείς τότε ξέρουμε ότι είμαστε οι επόμενοι. Μόλις ξέρουμε ότι είμαστε οι επόμενοι αναρωτιόμαστε αν θα είμαστε οι προηγούμενοι. Δηλαδή αν στα παιδιά μας θα αφήσουμε κάτι. Η ιδέα είναι λοιπόν ότι μόλις καταλαβαίνουμε αυτό, θέλουμε να βρούμε στοιχεία που θα αφήσουμε. Άρα είναι μερικοί από μας που θα αφήσουν χρήματα. Άλλοι θα αφήσουν σπίτι. Μιλάμε και για την παράδοση στην Ελλάδα. Μετά θα το αφήσουμε το σπίτι, μπορεί να είναι και το μισό σπίτι, μετά μπορεί να διαχωριστεί. Ξέρετε στην Ελλάδα είχαμε τον Μέγα Αλέξανδρο και μετά είχαμε τους διάδοχους. Οι διάδοχοι μόνο διάδοχοι δεν ήτανε. Είναι ακριβώς το ίδιο. Εσείς πασχίζετε για να κάνετε κάτι, το δίνετε, φτάνει στα παιδιά σας, το κομματιάζουν, τα εγγόνια δεν το ‘χουν καν δει. Ένας άλλος τομέας που θέλω να σας δώσω ως παράδειγμα είναι ακριβώς αυτό: όταν φτιάχνουμε ένα σπίτι, θεωρούμε ότι θα είναι εδώ. Να ξέρετε ότι τα μόνα σπίτια που θεωρούμε ορθολογικά και στρατηγικά ότι θα είναι ακόμα εδώ πολλά χρόνια μετά λέγονται εκκλησίες. Όλα τα άλλα σπίτια πολύ όμορφα μπορεί να είναι, μετά από μια εικοσαετία, πενηνταετία, μπορεί να μην υπάρχει τίποτα, ούτε καν θεμέλια, δηλαδή να έχει εξαφανιστεί εντελώς. Αυτό σημαίνει τελικά ότι είναι δύσκολο να αφήσουμε στους άλλους κάτι. Ενώ στην αρχή ο στόχος μας όπως είπαμε ήταν να πάρουμε. Όταν το παίρνουμε είμαστε ικανοί να πάρουμε ότι να’ναι. Ενώ όταν αφήνουμε δε μπορούμε να αφήσουμε ότι να’ναι. Εδώ μπαίνει λοιπόν το πλαίσιο της γενναιοδωρίας. Άρα η γενναιοδωρία συνήθως χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι είναι αυτός που δίνει στους άλλους χωρίς να περιμένει κάτι. Εδώ όμως υπάρχουν δύο χαρακτηριστικά της γενναιοδωρίας. Μπορεί να σας ξαφνιάσω. Υπάρχει η γενναιοδωρία του «έχω» και η γενναιοδωρία του «είμαι». Η διαφορά ποια είναι: είναι πολλοί που είναι γενναιόδωροι με αυτά που έχουν, αλλά όχι με αυτά που είναι. Θα μου πείτε «τι σημαίνει αυτό». Σημαίνει πρακτικά ότι έχουμε ανθρώπους που είναι ικανοί να δώσουν πολλά χρήματα σε κάποιον άλλον, ακόμη και σε έναν φίλο, αλλά άμα τους ζητήσουμε ένα νεφρό, ακόμη και μέσ’την οικογένεια, ακόμη και για τον αδελφό, τον πατέρα, τον γιο, εντάξει… αμφιταλαντευόμαστε και να ξέρετε ότι δεν παίρνουν όλοι την θετική απάντηση. Εκει πέρα καταλαβαίνετε αμέσως ότι τελικά από τις πιο δύσκολες γενναιοδωρίες που υπάρχουν στον κόσμο δεν είναι να δίνεις αυτό που έχεις, είναι να δίνεις αυτό που είσαι. Άρα θα μου πείτε «πώς μπορώ να το κάνω». Αρχικά μπορείτε να σκεφτείτε τον τομέα της εκπαίδευσης. Στον τομέα της εκπαίδευσης -γιατί το είπατε πολύ σωστά- είναι και θέμα παιδείας. Δηλαδή άμα δε το ‘χουμε ακούσει ποτέ λέμε «γιατί να πάω να κάνω αυτό το πράγμα. Μπορεί και να με πληγώσουν, μπορεί και να μη τραυματιστώ ποτέ». Άρα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Δάσκαλος. Ο Δάσκαλος είναι αυτός που χάνει χρόνο για να μάθει κάτι στον μαθητή, χωρίς να τον σπαταλήσει αυτό τον χρόνο γιατί είναι μια επένδυση κι είναι ο μόνος τρόπος να αφήσει κάτι. Η αξιολόγησή του είναι πάντοτε δύσκολη γιατί δε βλέπετε κάτι το χειροπιαστό. Όταν λέει ένας δάσκαλος «εγώ έμαθα σ’αυτόν κάτι» θα δυσκολευτείτε να το αξιολογήσετε. Ενώ μετά από πολλά χρόνια μπορεί να δείτε το ίδιο παιδί που έγινε μεγάλος και ξαφνικά λέει στον δάσκαλο «Δάσκαλε». Με το χαρακτηριστικό «δε μ’αναγνωρίζεις;» (Δείχνει με το χέρι του ότι κάποτε το παιδί ήταν «τόσο» δηλαδή κοντό κι έγινε ολόκληρος μαντράχαλος) Πού να σ’αναγνωρίσει; Εδώ είναι ακριβώς το ίδιο. Η ιδέα λοιπόν με το αίμα είναι όπως με τη γνώση. Τη γνώση άμα τη μάθετε σε κάποιον την ώρα που την έχει ανάγκη είναι αργά. Πρέπει να την ξέρει από πριν. Γι’αυτό μιλήσαμε για τον αρνητικό χρόνο. Ο αρνητικός χρόνος είναι όταν ζητάτε κάτι σε κάποιον και σας το έχει κάνει ήδη. Ένα παράδειγμα αρνητικού χρόνου το κάνουν πολύ συχνά οι μαμάδες με τα παιδιά τους όταν τους δίνουν νερό πριν  τους ζητήσει. Γιατί καταλαβαίνουν από την υγρομετρία, την κατάσταση, το μωρό. Φανταστείτε τώρα να περίμεναν απ’την μάνα, να πει το παιδί «θέλω ένα ποτήρι νερό» όταν είναι νεογέννητο. Άρα, άμα δεν έχουμε λοιπόν αυτή την ικανότητα της προβολής της εσωτερικής δε θα προσφέρουμε. Εδώ λοιπόν είναι το ίδιο με το αίμα. Άρα το αίμα έχει δύο προβλήματα. Χύνεται. Και δεν ξαναμπαίνει εύκολα μέσα. Ο Παντελής το ξέρει πολύ καλά γι’αυτό κάνει ρεζέρβες πριν κάνει οποιαδήποτε πράξη. Η ιδέα λοιπόν είναι ότι όλος ο οργανισμός μας είναι φτιαγμένος με κάτι το οποίο κυκλοφορεί. Η κυκλοφορία του αίματος, για όσους νομίζουν ότι είναι κάτι το αυτονόητο, την καταλάβαμε το 1628. Θα μου πείτε «αφού όταν κόβουμε φλέβες» -μπορεί μερικοί από σας να έχουν αρχίσει από τώρα- «φαίνεται ότι φεύγει». Αλλά το θέμα είναι ότι δε ξέρουμε πώς επιστρέφει. Αλλά αλλού βλέπουμε ότι επιστρέφει. Στην πραγματικότητα έχουμε μερικά πολύ μικρά αγγεία που δε τα πιάσαμε με την πρώτη. Το άλλο πρόβλημα που έχει το αίμα είναι ότι για να καταλάβετε την κυκλοφορία του πρέπει να είναι ζωντανός ο άλλος. Είναι πολλά πράγματα στην ανατομία που τα ανακαλύψαμε πάνω σε νεκρούς. Για το αίμα  όμως ήταν δύσκολο, δε μπορείτε να του πείτε του άλλου «θα σε κομματιάσω και θα βλέπω πώς κυκλοφορεί». Άρα, άμα το σκεφτείτε τώρα θα δείτε ότι έχετε μερικές ουσίες στο σώμα σας οι οποίες κυκλοφορούν και άλλες είναι απλώς στερεά. Ξέρετε ότι αποτελούμαστε πολύ από νερό, ότι ζούμε χάρις το οξυγόνο αλλά πολύ συχνά δε καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικό είναι το αίμα μας. Μόνο όταν κάνετε διάλυση επειδή έχετε ένα πρόβλημα, ξαφνικά καταλαβαίνετε ότι χωρίς ανανέωση του αίματος τότε τα πράγματα πάνε πολύ γρήγορα στραβά. Άρα έχει ενδιαφέρον. Το αίμα μας λοιπόν αυτό το λεγόμενο κόκκινο που δεν είναι εντελώς ακριβώς κόκκινο αλλά τέλος πάντων, ας το αφήσουμε σ’αυτό το επίπεδο. Το αίμα για να δούμε πώς κυκλοφορεί εσωτερικά δυσκολευτήκαμε πάρα πολύ, χρειαστήκαμε αιώνες. Χρειαστήκαμε ακόμη περισσότερους αιώνες για να το κυκλοφορήσουμε. Τεράστιο θέμα. Ένα από τα πράγματα λοιπόν που μπορεί να κυκλοφορήσουν σε ένα δίκτυο ανθρώπων είναι το αίμα. Με έναν ανώνυμο τρόπο, γιατί είναι μια προσφορά, δεν υπάρχει αμοιβή. Και θα μπορούσαμε να πούμε με έναν νεολογισμό ότι δεν είναι μόνο αγάπη γιατί εκτός απ’την Αγάπη του Χριστού όλες οι άλλες αγάπες περιμένουν και κάτι λίγο… μήπως… γιατί χαμογελάτε; Λοιπόν, μπορείτε να φανταστείτε κάτι που να είναι πέρα απ’την αγάπη; Πέρα απ’την αγάπη είναι αυτό που θα λέγαμε εμείς η αμισεία. Δηλαδή το μη μίσος. Θα μου πείτε γιατί να μη το ονομάσουμε αγάπη. Στην πραγματικότητα είναι ακριβώς το ανάλογο σαν νοητικό σχήμα με το εξής: η διαφορά με το «δεν ξεχνώ» και «θυμάμαι» αν και φαίνεται να είναι το ίδιο, στην πραγματικότητα όταν θυμάστε μπορεί να ξεχάσετε. Επειδή αναφέρθηκες και σε Ποντιακά πράγματα είναι πολλοί που έχουν ξεχάσει πολλά πράγματα. Ενώ όταν λέτε εξ’αρχής «δεν ξεχνώ» δεν μπορείτε να ξεχάσετε. Όταν λοιπόν είσαστε της αμισείας δηλαδή του μη μίσους δεν είναι απλώς ότι αγαπάτε γιατί όταν αγαπάτε μπορεί και να μισήσετε. Έχετε σκεφτεί ότι όταν δίνετε το αίμα σας μπορεί να πάει παντού; Ακόμη και σ’αυτόν ή σ’αυτήν που θα περιμένατε κάτι ως αντάλλαγμα αν ήταν ακόμα η φυσιολογική αγάπη; Θα μπορούσε να πάει ακόμα και στον εχθρό σας. Τώρα άμα το σκεφτείτε, πόσες φορές στη ζωή σας μπορείτε να κάνετε μία πράξη η οποία να είναι τόσο κοντά στον Χριστό και να μπορεί να είναι μια προσφορά ανεξαρτήτως από το ποιος είναι. Και ειδικά αν είναι αυτός που δε θα θέλατε να είναι. Άρα μη το παίρνετε με έναν ύπουλο τρόπο, γιατί βέβαια αυτός  όταν θα ξυπνήσει και του έχετε βάλει το δικό σας το αίμα δε ξέρω πώς θα το πάρει, φανταστείτε σε μερικά χωριά… αλλά η ιδέα είναι ότι δύσκολα θα βρείτε πράγματα που μπορείτε να κάνετε πρακτικά, εσείς οι ίδιοι, μόνοι σας. Η αιμοδοσία έχει αυτή την ικανότητα. Το άλλο που έχει ως ικανότητα -και αναφέρθηκες πολύ σωστά σ’αυτό- είναι η ικανότητα της χαράς. Γι’αυτό θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και χαρα-δοσία. Δηλαδή δίνω χαρά. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι δίνω χαρά στον άλλον χωρίς όμως να τον βλέπω. Άρα πάλι είναι μια πράξη γενναιοδωρίας. Άρα να μην ξεχνάτε ότι όταν δίνετε χαρά στον άλλον, όταν ας πούμε σας αγκαλιάζει κάποιος επειδή καταφέρατε να κάνετε κάτι γι’αυτόν, ακόμα κι ένα κινητό, ενώ θα ήταν πιο απλό να κάνετε κάτι άλλο, πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό θα προκαλέσει μετα-χαρά. Άμα θέλετε να καταλάβετε πόσο σημαντική είναι η αιμοδοσία, θα ήθελα να φανταστείτε με έναν Καποδιστριακό τρόπο αν είχαμε ένα σύστημα που μας το απαγόρευε. Και θα πηγαίναμε όλοι να πούμε «γιατί να μη μπορώ να δώσω το αίμα μου, και ποιος είναι ο λόγος, εξηγήστε μου». Εκεί πέρα ξαφνικά θα είχαμε περισσότερους. Είναι ένας τρόπος να το σκεφτείτε. Όταν ψάχνουμε για φιάλες -ναι βλέπω είναι μερικοί που κατάλαβαν απ’τις πατάτες, είναι ακριβώς το ίδιο- όταν απλώς περιμένουμε την προσφορά από τους άλλους, αυτός που δεν είναι προετοιμασμένος, δεν έχει παιδεία, το βλέπει πιο πολύ σαν μία καταπάτηση, σαν μια αγγαρεία, σαν μια επιβολή μιας θέλησης που δεν είναι η δική του. Στην Ελλάδα ξέρετε εμείς είμαστε συνήθως του αντίθετου. Άρα άμα μας πουν «μη το κάνεις αυτό, μη το ακουμπήσεις αυτό»… Άμα θέλετε να σπάσουμε πλάκα, αφήνω αυτό το ποτήρι εδώ και σας λέω «μη τολμήσετε να το ακουμπήσετε» και φεύγω. Φαντάζομαι ότι κανένας δε θα’ρθει να το ακουμπήσει έτσι δεν είναι; Εφόσον είμαστε εκτός Ελλάδας. (Ακούγονται γέλια απ’το κοινό). Λοιπόν, έχει ενδιαφέρον, μου το λέγανε και χτες οι μαθητές, πολύ συχνά αφομοιώνουμε πιο γρήγορα το αρνητικό από το θετικό. Είναι θέμα επιβίωσης. Άμα σας πω ότι «είναι καλό να πιείτε απ’το ποτήρι» μπορεί και να μη το πιείτε. Άμα σας πω ότι «αυτό το ποτήρι έχει φαρμάκι» είναι σίγουρο ότι δε θα το πιείτε. Και γι’αυτό μεταδίδεται πιο εύκολα το κακό, η κινδυνολογία, όλα αυτά. Τα καλά μεταδίδονται πολύ δύσκολα γιατί θέλει κάθε φορά κάποιος να πάρει τη σκυτάλη και να το μεταφέρει στον επόμενο. Ενώ με το κακό δε το έχουμε ανάγκη. Άρα το θέμα της σκυτάλης είναι αυτό που είναι σημαντικό στο θέμα του αίματος. Πολύ συχνά -γι’αυτό δε πρέπει να μιλάμε μόνο για τράπεζες, μετά θα μας πουν αν υπάρχει μνημόνιο πάνω στο αίμα- η ιδέα δεν είναι της αποθήκευσης, είναι της προετοιμασίας. Άρα προετοιμαζόμαστε να έχουμε αίμα γιατί την ώρα που θα το έχουμε ανάγκη δε θα προλάβουμε να προετοιμαστούμε. Άμα το σκεφτείτε τώρα είναι λίγο παράξενο γιατί κάνουμε πριν μια προβολή προς το μέλλον, το εξετάζουμε μέσα στο παρόν και λέμε άμα δε φτιάξουμε το παρελθόν του μέλλοντος το μέλλον δεν θα υπάρχει. Στην πραγματικότητα δεν είναι μόνο προετοιμασία είναι μετ-ετοιμασία. Μετα-ετοιμαζόμαστε. Γιατί άμα είναι μόνο προετοιμασία, η προετοιμασία είναι για μια συγκεκριμένη δράση. Ενώ εδώ η δράση δε θα υπάρχει, θα δώσετε το αίμα σας, θα μπει σε φιάλες και μετά θα περιμένουμε. Και στην πραγματικότητα τι θα περιμένουμε: αυτό που δε θέλουμε να περιμένουμε. Άρα η διαφορά είναι ότι δεν είμαστε πια σε μια αίθουσα αναμονής, είμαστε σε μια αίθουσα ετοιμότητας. Δηλαδή, παρ’όλο που δε το θέλουμε, επειδή ξέρουμε ότι υπάρχει η δυνατότητα να συμβεί κι επειδή ξέρουμε ότι δε θα προλάβουμε να το κάνουμε πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι με μια μορφή κάπως παράξενη, ότι αποθηκεύω φιάλες όταν θα το χρειαστούν. Μερικές φορές, το κάνουνε εδώ και οι σύλλογοι -δεν είναι καλή προσέγγιση αλλά είναι αποτελεσματική σε πρώτο επίπεδο- είναι του τύπου: άμα δώσετε, άμα κάποιος από τους δικούς σας το ‘χει ανάγκη τότε θα ξανα’ρθει. Αυτό είναι πάρε-δώσε. Είναι απλό για αυτούς που δεν το’χουν στην αρχή, ενώ η ιδέα της αιμοδοσίας είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι πολύ πιο αφαιρετική, είναι πραγματικά μια πράξη γενναιοδωρίας και δεν περιμένω καμία επιστροφή. Δηλαδή δεν περιμένω εγώ προσωπικά να πάρω αίμα επειδή το ‘χω δώσει. Βέβαια πολλοί από μας θα ήθελαν. Και ευτυχώς επειδή είναι και ανώριμο δε μπαίνουμε σ’αυτή τη διαδικασία παρά μόνο σε εξαιρέσεις. Αλλά η ιδέα είναι ότι δε δίνω για να πάρω πίσω. Τώρα το θέμα είναι οτι άμα το εξετάσετε λίγο πιο παράξενα ακόμα: Θα ήθελα να σκεφτείτε τι θα γινόταν άμα δεν είχατε δώσει ποτέ το αίμα στη ζωή σας. Υπόθεση. Δεύτερη υπόθεση: άμα κάποιος σας ενημερώσει και σας πει «τελικά μπορεί να είσαι ζωντανός για να δώσεις το αίμα σου» αλλά εσύ δε το’χεις κάνει ποτέ. Τότε ξαφνικά λες «τότε η ύπαρξή μου είναι κάπως παράξενη». Ας πάρουμε το παράδειγμα του παπά εφόσον είναι αποτελεσματικός. Ας πούμε ότι τον φτιάχνω τον παπά και ξαφνικά του λέμε δεν έχει εκκλησία να λειτουργήσεις. Λέει «δε θα με πάτε πουθενά, δε θα κάνω τίποτα;». Και λέμε «Όχι, δεν έχουμε εκκλησία, είσαι απλώς παπάς». Ε, μετά σε κάποια φάση θα πει «παιδιά δεν είναι ακριβώς παπάς αυτό. Είμαι εν δυνάμη παπάς». Καταλάβατε; Εδώ είναι το ίδιο. Άμα κάποιος σας εξηγήσει ότι σε επίπεδο της Ανθρωπότητας άμα δε σκεφτείτε ότι οι άλλοι είναι πιο σημαντικοί από εσάς τότε δεν υπάρχετε γιατί στην πραγματικότητα δε συνυπάρχετε. Γιατί η συνύπαρξη είναι πιο σημαντική από την ύπαρξη. Με το θέμα της αιμοδοσίας, όσοι έχουν δώσει αίμα έχουν εξασφαλίσει τη συνύπαρξη. Αυτό είναι απίστευτο σαν κίνηση άμα το σκεφτείτε. Γιατί ότι και να πούμε για όλη τη ζωή τους, αν έχουν κάνει τουλάχιστον αυτό, είναι ήδη κάτι. Ενώ είναι μερικοί που έχουν κάνει πάρα πολλά πράγματα και μπορεί να είναι τίποτα. Που σημαίνει πρακτικά ότι εδώ μπαίνουμε στο θέμα της ουσίας και το χρηστικό. Το χρηστικό: αν μερικοί από σας πηγαίνουν και δίνουν το αίμα τους για λόγους χρηστικότητας είναι ότι δε το κατάλαβαν. Η ιδέα είναι η εξής: σε κάποια φάση μπορεί να μην έχουμε πια ανάγκη να δίνουμε το αίμα μας. Μπορεί να υπάρχει ένας τεχνικός τρόπος να φτιάχνουμε αίμα και να αφαιρέσουμε σε όλους αυτούς τους αιμοδότες τη δυνατότητα να δώσουν το αίμα τους. Εγώ μπορώ να σας πω από τώρα ότι θα είναι στεναχωρημένοι. Γιατί δε θα έχουν πια τη δυνατότητα να προσφέρουν χαρά. Να έχουν μετα-χαρά από αυτή την πράξη. Όπως λέει ο Βασίλης να περπατάνε πάνω στη θάλασσα  τόση χαρά που έχουν. Γιατί έχει ενδιαφέρον, ξέρετε, ενώ κάνετε μια πράξη που δε βλέπετε τον άλλον, το δίνετε, το αφήνετε, κι όταν βγαίνετε είσαστε πάντοτε πολύ πιο χαρούμενος απ’ότι ήσασταν πριν μπείτε. Αυτό δε θα υπάρχει πια. Άρα πρέπει να αναρωτηθείτε αν θα το θέλαμε σαν κοινωνία. Πολύ συχνά ακούτε τις φιάλες αλλά ακούτε συνεχώς ότι λείπουν. Μερικές φορές σε μερικούς συλλόγους, επειδή έχουμε πολλές εταιρίες τέτοιου τύπου, τοπικά δε λείπει τίποτα. Αλλά ευτυχώς επειδή έχουνε περίσσευμα δίνουν σε άλλους που είναι πολύ πιο μακριά και δεν θα έχουν, αιμοπετάλια κλπ. Αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα -για να το χαρεί ο Γιάννης- η Αγάπη ακόμα κι όταν περισσεύει δεν πάει χαμένη. Ενώ θα λέγαμε «υπάρχει λύση ρε παιδί μου, το παράκανες, είναι υπερβολική αγάπη». Δεν υπάρχει υπερβολική αγάπη. Υπάρχει μόνο υπέρ-βολική αγάπη. Δηλαδή μόνο πρακτική. Αυτό σημαίνει ότι αν το μετατρέψουμε σε μια πράξη αγάπης το θέμα της αιμοδοσίας είναι πραγματικά ένας τρόπος -κι εδώ είναι πάλι σημαντικό κι υπάρχει μια διαφορά όταν δώσετε ένα όργανό σας- είναι ότι το αίμα σας ξαναφτιάχνεται. Που είναι απίστευτο άμα το σκεφτείτε. Δηλαδή όταν δίνετε ένα νεφρό δε ξαναφτιάχνεται το νεφρό, θα μείνετε με ένα νεφρό, τέλειωσε. Το αίμα ανήκει στις ουσίες που επανέρχονται. Έχει μια πολύ-κυκλική ιδιότητα. Στην πραγματικότητα εμείς, ο καθένας μας, είμαστε πηγές πολύ-κυκλικότητας αλλά δε το καταλαβαίνουμε. Γιατί όταν δε το δίνουμε μένει σε μας, άρα είμαστε του κύκλου. Μετά γίνεται φαύλος κύκλος γιατί δεν ανανεώνεται, είναι ακριβώς το ίδιο μόνο για μας. Άρα σε κάποια φάση εκφυλίζεται. Εμείς τώρα την ώρα που δίνουμε αίμα μπορούμε να αλλάξουμε κύκλο γιατί τότε το αίμα θα πάει στον άλλον. Τότε ξαφνικά αλλάζουμε το επίπεδο, δεν είμαστε πια στον κύκλο που μένει μόνο στο εσωτερικό, υπάρχει μια τάση προς τα έξω. Υπάρχει ένας εξωτερισμός αν θέλετε. Αυτά τα πράγματα δεν είναι μόνο φιλοσοφία, είναι μια προσέγγιση πολύ πιο βαρβάτη απ’ότι νομίζουμε, αλλά στην πραγματικότητα δε το νιώθουμε γιατί δεν την καταλαβαίνουμε μ’αυτό τον τρόπο. Άμα κοιτάξετε τα κύτταρά σας, ειδικά αυτά που αφορούν το αίμα, πόση διάρκεια έχουν, το καλύτερο που μπορεί να τους συμβεί είναι να μεταφερθούν σε άλλο σώμα. Εξηγώ: σε ένα παγκάκι στην Αθήνα είναι γραμμένο, στο Θησείο, «η φιλία είναι κάτι που ζει ταυτόχρονα σε δύο σώματα». Στην πραγματικότητα αυτή είναι η θετική άποψη. Στην πραγματικότητα η φιλία είναι η μοιρασιά της μοναξιάς. Μοιραζόμαστε την ίδια μοναξιά, και τότε ξαφνικά επειδή είναι μοναξιά ο ένας, μοναξιά ο άλλος, αλλά είναι και οι δύο μαζί, αυτό λέγεται φιλία, και βέβαια και αγάπη. Άμα το σκεφτείτε έτσι θα καταλάβετε γιατί δεν του επιτρέπουμε του παπά να είναι στην εκκλησία και να κάνει τη λειτουργία μόνος του. Γιατί αυτό είναι το κερασάκι. Πρωτύτερα  πήραμε το παράδειγμα ότι δε έχει εκκλησία. Τώρα του βάζετε μια εκκλησία και του λέτε δε θα’ρχεται κανένας. Πάλι δε μπορεί. Και η ιδέα είναι ότι πρέπει να υπάρχει μια προσφορά, πρέπει να το κάνει για τον άλλον, δε το κάνει μόνος του, δεν είναι μια προσευχή στο σπίτι του. Είναι λοιπόν το ίδιο. Άμα το σκεφτείτε ορθολογικά, η ιδέα της προσφοράς είναι ένας τρόπος να πολλαπλασιάσετε τη ζωή σας. Σας δίνω ένα παράδειγμα απλό: ας πούμε ότι είσαστε ηθοποιός, παίζετε πολλούς ρόλους. Μερικές φορές έρχονται οι άνθρωποι να σας μιλήσουν για τον ρόλο σας, όχι για σας. Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε έναν ηθοποιό είναι στο τέλος της παράστασης να μιλάν, το κοινό, για το πρόσωπο κι όχι τον ηθοποιό. Είναι να έχουνε ξεχάσει εντελώς ότι ήταν ηθοποιός. Μπορεί να τον αγάπησαν, μπορεί να τους εκνεύρισε κτλ. Άμα στο τέλος μιας παράστασης -το λέω τώρα γι’αυτούς που είναι στην ηθοποιία- σας πει κάποιος: «ήσουν πολύ καλός στο ρόλο σου», είναι κακό. Γιατί θέλει να πει ότι δε ξέχασε ότι είσαι ψεύτης. Στο θέατρο είμαστε ψεύτες, εντάξει, είναι επαγγελματικό. Κάνουμε ψέματα στο θέατρο για να μιλήσουμε για την αλήθεια. Στη ζωή λέμε αλήθειες αλλά… τέλος πάντων. Στο θέατρο λοιπόν μπορείτε να φανταστείτε έναν ηθοποιό να έχει παίξει αρκετούς ρόλους. Στην πραγματικότητα είναι μια πολλαπλότητα. Δηλαδή βλέπετε έναν άνθρωπο αλλά έχει πολλούς ρόλους. Άρα άμα φανταστείτε ότι οι ρόλοι υπάρχουν όντως, τότε αυτός αντιπροσωπεύει πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα.  Είναι ακριβώς αυτό που γίνεται στην αιμοδοσία. Άμα σκεφτείτε ότι αυτός που έχει δώσει το αίμα του πολλές φορές κι έχει πάει σε διάφορους ανθρώπους, το αίμα του υπάρχει ταυτόχρονα, στην πραγματικότητα μετά ταυτόχωρα, σε πολλούς ανθρώπους. Αρχικά όταν κοιτάζουμε τα δέντρα ενός δάσους θεωρούμε ότι είναι ξεχωριστά. Μετά κάναμε διάφορες μελέτες και είδαμε ότι μερικά δέντρα -να το δείτε και σε μια ταινία, λέγεται «φαινόμενο», υπάρχει μια αναφορά- μερικά δέντρα είναι το ίδιο, από κάτω. Άρα ενώ εσείς βλέπετε ένα ολόκληρο δάσος, το δάσος είναι ένα δέντρο. Άμα το σκεφτείτε ορθολογικά θα ήταν κάπως το ανάλογο για τα κύτταρά σας. Άμα κοιτάξω ένα απ’ τα κύτταρά σας δε θα βρω την προσωπικότητά σας εκεί. Στο δεύτερο, το ίδιο. Αν τα κοιτάξω στη σειρά, δε θα βρω πουθενά που είστε. Είναι λοιπόν το ίδιο και τελικά βλέπετε -ναι Παντελή και Θανάση- ένα δέντρο μπορεί να κρύψει ένα δάσος. Αλλά το πιο ωραίο είναι ότι ένα δάσος μπορεί να κρύψει ένα δέντρο. Και αυτό δε το σκεφτόμαστε ακριβώς μ’αυτό τον τρόπο. Άρα, η ιδέα της πολλαπλότητας είναι ότι τελικά όταν θα δείτε έναν αιμοδότη, θα δείτε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα εκεί που τον βλέπετε μόνο έναν. Κι είναι ένας τρόπος να πολλαπλασιαστεί. Ενώ παραμένει μοναδικός. Γιατί είναι πάντοτε ο ίδιος. Άλλα έχει πολλαπλασιαστεί με την έννοια ότι έχει βοηθήσει κι άλλους με όλες αυτές τις αιμοδοσίες που έχει κάνει και δε μπορείς πια να πεις ότι αυτός είναι μόνο εδώ. Αυτή η ικανότητα που έχουμε να δημιουργήσουμε ένα δίκτυο είναι ακριβώς αυτό που προσφέρει η αιμοδοσία. Μετά είναι μερικοί που θα σας πουν τα τεχνικά πράγματα: «πρέπει να είναι εγκαίρως»… δίνουν την εντύπωση ότι είναι τάνκερ. Δηλαδή «πρέπει να γεμίσουμε τις φιάλες, έχουμε τόσες φιάλες», και μετά σιγά-σιγά ξεχνάμε την ανθρωπιά, θυμόμαστε μόνο το υγρό. Άρα «θέλουμε αίμα, τόσες φιάλες. Οκ». Ή «Έχουμε τόσες φιάλες είναι εντάξει καθίστε στο σπίτι σας». Ενώ στην πραγματικότητα είναι μια ανατροφοδότηση της ανθρωπιάς. Είναι πολύ σπάνιο ως πράξη να κάνετε μια κίνηση ανθρωπιάς χωρίς να σας το ζητήσουν. Ακόμα και οι πιο γενναιόδωροι από μας κάνουν μια κίνηση επειδή βλέπουν κάπου μια ανάγκη, και την κάνουν εκείνη τη στιγμή, και φαίνεται από το χαμόγελο του άλλου, απ’το «ευχαριστώ» που θα πουν, ότι υπάρχει κάτι. Εδώ είναι ακριβώς μια θυσία φυσιολογική. Και τώρα θέλω να περάσω στο θέμα της θυσίας. Η ιδέα ποια είναι: υπάρχουν οι θυσίες οι οποίες είναι άχρηστες. Εξηγώ, ο Πατέρας να μη το πάρει στραβά. Θα κάνω μια διαφοροποίηση σε σχέση με τον μάρτυρα και τον ήρωα. Όχι σε θρησκευτικό επίπεδο, φανταστείτε το επίπεδο της επανάστασης. Έγινε η επανάσταση, είχαμε μάρτυρες και είχαμε και ήρωες. Οι ήρωες πάνω-κάτω είναι αυτοί που επέλεξαν στρατηγικά πότε να θυσιαστούν για να μη θυσιαστούν τα άτομα. Ενώ οι μάρτυρες δε το επέλεξαν αλλά θυσιάστηκαν. Άρα δεν υπήρχε καμία αλλαγή φάσης. Εδώ η ιδέα είναι η εξής: άμα κοπείτε είναι μια μικρή θυσία. Αλλά αυτό είναι χαμένο. Ενώ την ώρα που κάνετε την αιμοδοσία -που είναι η πληγή που δε ματώνει γιατί προσφέρεις στον άλλον όπως είπαμε- τότε αυτή την πράξη που θα ήταν χαμένη, την μεταβιβάζεις στον άλλον και ενεργοποιείτε μια σκυτάλη ενώ εσύ από μόνος σου δε μπορείς να το κάνεις. Αυτό σημαίνει ότι είναι μια στρατηγική θυσία. Μερικές φορές ακούτε τις εκφράσεις του τύπου «είμαστε όλοι ήρωες της καθημερινότητας»… αν ήμασταν όλοι ήρωες στην καθημερινότητα τότε δε θα υπήρχαν ήρωες. Γιατί ο ήρωας ουσιαστικά είναι αυτός που κάνει αυτό που δεν κάνουμε. Άμα το κάνουμε όλοι τότε τι να κάνει; Άρα, εδώ η ιδέα -άμα πραγματικά θέλετε να αγγίξετε μια πράξη που να έχει σχέση με τη θυσία και μπορεί να είναι ακόμα και η «ηρωική» είναι ότι μέσω της αιμοδοσίας έχουμε πολλές δυνατότητες για να εκφραστούμε μέσω των άλλων και να εκφράσουμε μια αγάπη η οποία δεν είναι περιορισμένη. Έχει ενδιαφέρον αυτό. Είμαστε πολύ συχνά περιορισμένοι από τις αποστάσεις. Είμαστε περιορισμένοι από τις επαφές μας. Είμαστε περιορισμένοι από τις σχέσεις μας. Θα ήθελα να αναφερθώ σε κάτι πολύ απλό, λέγεται στα μαθηματικά «το θεώρημα των μικρών κόσμων». Άμα πάρετε όλες τις επαφές σας και μετά ρωτήσετε στις επαφές σας τις επαφές τους, και στις επαφές των επαφών τις επαφές και αναρωτηθείτε σε πόσα στάδια μπορείτε να καλύψετε την Ελλάδα, η απάντηση είναι «τρία». Γι’αυτό λέγεται το θεώρημα των μικρών κόσμων. Οι επαφές δημιουργούν πολύ παραπάνω απ’αυτό που θα λέγαμε «το εκθετικό» και αυτό καλύπτει πάρα πολύ γρήγορα. Για να καταλάβετε για να καλύψετε τις Η.Π.Α χρειαζόσαστε τέσσερα στάδια.  Άρα, φανταστείτε τώρα ότι λέτε αυτά που ακούσατε στις επαφές σας. Στην πραγματικότητα δε το κάνετε γιατί είναι πολλές. Δε μιλώ για τις επαφές που βάζουμε like. Μιλώ για τις επαφές που είναι σχέσεις. Τότε θα δείτε ότι πολύ εύκολα θα μπορούσαμε να αλλάξουμε μια κατάσταση αν όλοι μαζί ήμασταν συντονισμένοι στο ίδιο πλαίσιο. Άρα, εδώ λοιπόν η αιμοδοσία μας προσφέρει αν θέλετε και μια πλατφόρμα εφαρμογών, που μπορεί να είναι από το φιλοσοφικό έως το βιολογικό, περνώντας από το ανθρώπινο, και δεν αφορά το κοινωνικό. Δεν αφορά το φύλο, δεν αφορά το χρώμα. Είναι μια προσφορά από άνθρωπο σε ανθρώπους. Και επειδή είναι ασσυμετρική είναι πραγματικά αυτό που γίνεται σ’αυτό το ντουέτο Δάσκαλος-Μαθητής. Έχουμε αλλάξει πολλά πράγματα σ’αυτό τον τομέα, αλλά τα λέμε ότι έχουμε αλλάξει, μην ανησυχείτε είναι αναλλοίωτο. Ο Δάσκαλος δίνει και στην αρχή θεωρούμε ότι ο μαθητής παίρνει. Είναι λάθος. Ο Δάσκαλος δίνει, αυτό είναι σωστό, κι ο μαθητής μεταδίδει. Γιατί άμα παίρνει χωρίς να μεταδώσει τότε έχει νεκρώσει τη γνώση. Έχει σταματήσει εκεί. Άρα, είναι ακριβώς αυτό που βλέπετε και στην Ανάσταση με τα κεριά μας. Στην αρχή νομίζουμε ότι το σημαντικό είναι να ανάψουμε το κερί. Ενώ το πιο σημαντικό είναι να ανάψουμε το κερί του άλλου. Άρα, άμα ξαφνικά έβγαινε το φως από την εκκλησία, ανάβατε το κερί και πηγαίνατε όλοι στο σπίτι σας ξαφνικά, χωρίς να κάνετε τίποτα άλλο, είναι πολύ απλό η εκκλησία θα σας έλεγε «παιδιά, δε καταλάβατε τίποτα, για άλλο λόγο το κάναμε, για τη μετάδοση». Άρα, ο μαθητής που απλώς παίρνει και δε μεταδίδει, δεν είναι μαθητής, είναι βάρβαρος. Γιατί και ο βάρβαρος παίρνει γνώσεις και τις σταματάει. Άρα, άμα το σκεφτείτε τώρα, είσαστε ζωντανοί επειδή οι γονείς σας σας έδωσαν αίμα. Είσαστε ακόμα ζωντανοί επειδή θα δώσετε αίμα στα παιδιά σας. Αλλά μένετε στο ίδιο ποτάμι. Το θέμα με την αιμοδοσία είναι ακριβώς αυτό που κάνετε με το φως και τα κεριά. Και το ερώτημα είναι το εξής: έχετε ποτέ σκεφτεί ότι ο ρόλος των κεριών είναι να λιώνουν; Άμα το πάρετε έτσι είναι πολύ λυπητερό. Αλλά στην πραγματικότητα ο ρόλος των κεριών είναι να είναι αναμμένα. Άρα αυτό που έχει μεγάλη σημασία για το κερί δεν είναι η ύπαρξή του, είναι η μεταφορά του φωτός. Άμα σκεφτείτε ότι η αιμοδοσία μας εξηγεί πάνω-κάτω ότι αυτό που έχει σημασία είναι η μεταφορά του αίματος στους άλλους για να μπορώ να πω ότι εγώ πήρα, δίνω και αυτό μου επιτρέπει να διαδώσω. Χωρίς διάδοση, τότε έχουμε μια πράξη. Η οποία είναι πάντοτε πράξη βαρβαρότητας. Άμα το σκεφτείτε σε σχέση με τις γενοκτονίες -όπως το είπες πολύ σωστά- μια γενοκτονία όταν δεν την έχουμε υποστεί εμείς οι ίδιοι είναι δύσκολο να μας την εξηγήσουνε. Είναι δύσκολο. Όταν την έχουμε υποστεί είναι δύσκολο να την καταλάβουμε. Και το θέμα είναι ότι όμως κάποιος πρέπει να το μεταδώσει. Κάποιος πρέπει να το πει. Απλώς πώς να το πει εφόσον δεν ήταν ο ίδιος θύμα; Γιατί άμα ήταν θύμα θα ήταν νεκρός. Άρα, μεταφέρει κάτι. Στην πραγματικότητα, άμα το σκεφτείτε ορθολογικά -και το λέω για τους αγωνιστές και για τους μαχητές, γιατί υπάρχουν μερικοί εδώ, τουλάχιστον γι’αυτούς που γνωρίζουν- άμα απλώς λέτε «η γενοκτονία είναι αυτό» και δεν κάνετε τίποτα άλλο, αυτό λέγεται περιγραφή. Αν διαδίδετε στους άλλους ότι αυτό έχει γίνει, είναι απαράδεκτο και είναι έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας και δε πρέπει να ξαναγίνει, τότε αυτό είναι διάδοση. Υπάρχει λοιπόν μια ασυμμετρία. Εδώ είναι ακριβώς το ίδιο με το αίμα. Εμείς θεωρούμε όλοι μας ότι είμαστε το τέρμα του αίματός μας. Και έχει ενδιαφέρον γιατί πολύ συχνά λέμε «και μετά το θάνατο τι θα γίνει», αναρωτιόμαστε, ενώ πολλοί από μας δε μπορούν να απαντήσουν ούτε καν τι γίνεται πριν. Ούτως ή άλλως υπάρχουν ειδικοί για μετά, άρα ασχοληθείτε πρώτα με το πριν και μετά το βλέπουμε το μετά. Εδώ λοιπόν εμείς αποφασίζουμε μόνοι μας ότι είμαστε το τέρμα, γιατί δε θέλουμε να το μεταδώσουμε στον άλλον. Είναι κρίμα. Όχι είναι κρίμα για τους άλλους, είναι κρίμα για μας. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι για να είναι το τέρμα. Είναι φτιαγμένοι για να ανήκουν στη συνέχεια. Και η συνέχεια μεταβιβάζεται, παρελθόν-μέλλον, είναι ακριβώς το «αγάπα αλλήλους» αλλά και σε χρονικό διάστημα, τους προηγούμενους και τους επόμενους. Το ξέρετε πολύ καλά, ανάλογα με την ηλικία σας νιώθετε πιο πολύ προηγούμενος ή επόμενος. Στο ενδιάμεσο νιώθετε μπορεί και τα δύο. Στην πραγματικότητα όταν θα ξυπνήσετε εντελώς θα νιώθετε πάντα και τα δύο. Γιατί αυτό που έχει σημασία δεν είναι να είσαι ο προηγούμενος ή ο επόμενος, είναι να είσαι ταυτόχρονα και ο προηγούμενος και ο επόμενος γιατί σημαίνει ότι θα υπάρχει συνέχεια. Άρα, άμα το σκεφτείτε λοιπόν με τον ίδιο τρόπο με το αίμα, το αίμα μας -και έχει ενδιαφέρον γιατί θα χρησιμοποιήσουμε ακόμη και το κρασί λόγω παράδοσης θρησκευτικής για να είναι κάτι το αντιπροσωπευτικό απ’το αίμα- και θέλω να αναρωτηθείτε το εξής: έχετε ποτέ σκεφτεί γιατί ο Χριστός παιδεύεται για να μας εξηγήσει τι είναι το αίμα; Θα μπορούσε να το κάνει για το ψωμί, να πει «αυτό είναι το σώμα μου», τελείωσε. Γιατί να το κάνει και το άλλο; Έχετε σκεφτεί γιατί επιλέγει το ψωμί και το κρασί; Γιατί και τα δύο δεν είναι πράγματα που υπάρχουν από μόνα τους. Χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση δεν έχεις κρασί, δεν εμφανίζεται το κρασί έτσι, ούτε το ψωμί. Δεν δίνει σιτάρι, δε δίνει σταφύλι. Έχει ενδιαφέρον. Άμα το σκεφτείτε και λίγο πιο ιστορικά να θυμάστε ότι το πρώτο πράγμα που γίνεται με το κρασί είναι πώς να αποθηκεύσω κάτι το οποίο δε παραμένει. Το σταφύλι είναι εφήμερο. Η μετατροπή σε κρασί δεν είναι για το αλκοόλ. Αυτό είναι αυτό που νομίζουμε. Όχι, καθόλου. Στην πραγματικότητα είναι για να διατηρήσουμε σε πιο μεγάλο χρονικό πλαίσιο την ίδια την ουσία. Παλιά μάλιστα το αφυδατώνανε. Και μετά ξαναέβαζαν νερό. Σας εξηγεί και μερικά πράγματα που έγιναν. Αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι αν έχουνε επιλεχθεί δύο στοιχεία μέσα στη θρησκεία μας που είναι τόσο χαρακτηριστικά και είναι και τα δύο φαινόμενα σύνθεσης, είναι ακριβώς γι’αυτό το λόγο. Είναι ότι δεν υπάρχουν από μόνα τους. Δεν υπάρχει ποτέ από μόνη της πηγή αίματος. Υπάρχει πηγή νερού, αλλά όχι πηγή αίματος. Είναι επειδή δε καταλάβαμε ακριβώς όλο το μήνυμα ότι εμείς είμαστε οι μεταδότες. Δηλαδή αυτό που λέει και κάνει, εμείς κάνουμε το ίδιο. Με την αιμοδοσία στην πραγματικότητα, Χριστικά (Χριστός) κάνουμε κάτι για τον άλλον. Δηλαδή ακολουθούμε αυτό που μας δίδαξε και το μεταδίδουμε. Δηλαδή παίρνουμε το μήνυμα του Δασκάλου και το μεταδίδουμε ως μαθητές. Και δεν καταλαβαίνουμε στην αρχή ότι είμαστε όλοι πηγές. Ενώ μόλις το καταλάβουμε αυτό θα αναρωτηθούμε -ξαναέρχομαι στον παπά  για να τελειώσω- ότι αν είμαστε όλοι πηγές αίματος και δεν έχουμε δώσει ποτέ το αίμα μας, τι σόι πηγή είμαστε; Αυτό ήθελα να σας πω και να σας ευχηθώ καλή συνέχεια, να σας ευχηθώ καλό πολλαπλασιασμό, γιατί στην Ελλάδα είμαστε τρεις κι ο κούκος, άρα άμα δεν προσέχουμε και τους δικούς μας, μην αναρωτιέστε μετά γιατί δε προλαβαίνουμε. Γιατί ο Θεός μας έδωσε όχι μόνο καρδιά αλλά και εγκέφαλο. Είναι για να σκεφτούμε και λίγο από πριν το μετά. Όχι μετά το πριν. Γιατί μετά, τι να κάνουμε, δε προλαβαίνουμε μετά. Άρα όλη ιδέα της διάλεξης ήταν ακριβώς όπως το είπαν και οι προλαλήσαντες: άμα ξέραμε μερικά πράγματα τέτοιου τύπου τότε θα τα δούμε λίγο διαφορετικά, και μπορεί αυτό που μας φαινόταν μια αγγαρεία, να είναι τελικά μια απελευθέρωση πηγής. Αυτό ήθελα να σας πω, ευχαριστώ πολύ, να’στε καλά".




Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Διάλεξη του Ν. Λυγερού με θέμα: "Στρατηγική της βελτίωσης και ανάπτυξης μέσω αξιολογίας". Βίντεο + απομαγνητοφώνηση.

Δε θα μπω σε ένα πλαίσιο σημερινό, συγχρονικό, θα μπω σε ένα πλαίσιο διαχρονικό. Ο δάσκαλος, που μπορεί μερικές φορές να είναι και δάσκαλος του γένους, μπορεί να είναι και δάσκαλος της ανθρωπότητας, αδιαφορεί παντελώς για το θέμα της αξιολόγησης. Τόσο απλά. Θα ήταν καλό να το πούμε μια φορά. Είναι καλό να το μελετάμε αλλά να το έχουμε κι αυτό στο σκεπτικό μας. Γι'αυτό επιλέξαμε το πλαίσιο της αξιολογίας. Είναι απίστευτο οτι είμαστε μια χώρα που έχει γεννήσει τον Ελληνισμό. Θα ήταν καλό να αναρωτηθείτε αν αξιολογούσαμε τον Ελληνισμό τι θα είχε βαθμολογία. Προσπαθώ να σας πω οτι στο επίπεδο της Ανθρωπότητας η αξιολογία είναι πολύ απλά 0 και 1. Και ο Ελληνισμός έχει πάρει 1. Είναι δύσκολο να πάρεις 1 για την Ανθρωπότητα. Ο πήχης είναι πολύ ψηλά. Και γι'αυτό ο Ελληνισμός θεωρείται οτι είναι κάτι που προσφέρει, ακόμα και τώρα. Ενώ έχουμε πολλούς "-ισμούς" που δεν προσφέρουν πια τίποτα, κι έχουν πάρει 0. Ο Δάσκαλος σ'αυτό το πλαίσιο δεν είναι εκπαιδευτικός. Και νομίζω πως πολλά απ'τα προβλήματα που έχουμε είναι επειδή έχουμε μετατρέψει τον Δάσκαλο σε εκπαιδευτικό. Γιατί μόλις τον μετατρέψαμε σε εκπαιδευτικό τον κάναμε επαγγελματία. Να θυμόμαστε οτι η ανάλογη κοινωνία έχει κατηγορήσει τον Σωκράτη γιατί έκανε μαθήματα τζάμπα. Ναι, ήταν μια μορφή αξιολόγησης. Ενώ οι άλλοι βέβαια τα έκαναν πανάκριβα γιατί ήταν θέμα αξίας του μαθήματος. Άρα η αξία δίνεται απο το μάθημα κι όχι απο τον Δάσκαλο. Ενώ ο Σωκράτης έλεγε απ'τον Δάσκαλο και μετά βλέπουμε το μάθημα ανάλογα πόσο είναι ο μαθητής. Το ντουέτο Δάσκαλος-Μαθητής δε διδάσκεται κοινωνικά. Και θα'ταν καλό να το ακούμε κάπου-κάπου αυτό γιατί κι εγώ έχω κουραστεί να ακούω συνεχώς "κοινωνικοποίηση, κανονικοποίηση κτλ" και έχει ενδιαφέρον γιατί το θέμα της διδασκαλίας δεν είναι μόνο σε μία κοινωνία, υπάρχει σε όλη την Ανθρωπότητα η έννοια του Δασκάλου. Ενώ η έννοια του εκπαιδευτικού δε μεταφράζεται εύκολα γιατί ανάλογα με την κοινωνία, δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα που εννοούμε. Άμα κάνετε ας πούμε "δάσκαλος στην Κίνα, δάσκαλος στις πολεμικές τέχνες, δάσκαλος στη μουσική" όλα αυτά τα λέμε δάσκαλος, δε τα λέμε εκπαιδευτικός. Γιατί δεν είναι συγκρίσιμα. Αυτό που προβλέπει η αξιολόγηση είναι οτι υπάρχει συγκρίσιμο πλαίσιο το οποίο μπορούμε μετά να κάνουμε μια αξιολόγηση. Η αξιολογία που βασίζεται μόνο στις αξίες είναι οτι δε συγκρίνουμε τις αξίες, δε λέμε η μία αξία είναι καλύτερη απ'την άλλη, είναι αξίες. Η αξιολόγηση επειδή θα θέλει να κάνει ποσοτικές μετρήσεις θα περάσει πολύ γρήγορα σε αρχές, παρά αξίες. Άρα θα έχουμε ένα θεσμικό πλαίσιο που θα καθορίζει "φέτος οι αξίες μας θα είναι αυτές", Στην πραγματικότητα είναι αρχές. Οι αρχές είναι συγχρονικές ενώ οι αξίες είναι διαχρονικές. Όταν βλέπουμε λοιπόν το θέμα μας αυτό και το κοιτάζουμε απο την πλευρά μας, εμείς τώρα, που είμαστε απο τους παλιούς της Ανθρωπότητας. Είμαστε τόσο παλιοί που δεν έχουμε γεράσει. Ο Ελληνισμός δεν έχει γεράσει. Στην αρχή όταν γεννήθηκε μας έλεγαν οτι "δεν έχετε άσπρα μαλλιά", οι Αιγύπτιοι. Έχει συνεχίσει αυτό, παρ'όλο που μερικοί έχουν. Η ιδέα ποιά είναι: όταν προσφέρεις πραγματικά αυτό που είσαι κι όχι αυτό που έχεις τότε μπαίνεις στο πλαίσιο της διδασκαλίας. Ο δάσκαλος είναι ο ειδικός για χάσιμο χρόνου. Αλλά μη το παρεξηγήσετε. Με ποιά έννοια το λέω: ο δάσκαλος ξέρει ήδη το μάθημα κι όμως θα το παλέψει για να το μάθει ο μαθητής. Χάνει χρόνο για να εξηγήσει αυτό που ξέρει ήδη. Αυτό δεν είναι σπατάλη. Αλλά το χάσιμο χρόνου είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση στο θέμα της διδασκαλίας. Δεν υπάρχει Δάσκαλος που δε χάνει χρόνο για τους μαθητές του. Άρα έχει ενδιαφέρον, γιατί δε προσφέρει κάτι που έχει, προσφέρει κάτι που είναι. Είναι το μεγαλύτερο δείγμα της γενναιοδωρίας. Πολύ συχνά λέμε οτι είναι σημαντικό, αυτός είναι γενναιόδωρος γιατί δίνει λεφτά. Ξέρετε η γενναιοδωρία θα εμφανιστεί ας πούμε όταν θα σας πούν "δώσε το νεφρό σου". Άμα έχεις δύο θα το δώσεις αλλά ακόμη κι όταν έχεις δύο το σκέφτεσαι. Ενώ όταν έχεις λεφτά λες θα δώσω, και λες αυτό λέγεται γενναιοδωρία. Δεν είναι ακριβώς αυτό. Άρα το δείλημα αν θέλετε που δίνει ο Δάσκαλος, ο Ελληνισμός, είναι "δίνω αυτό που είμαι και δεν δίνω αυτό που έχω". Μεγάλη διαφορά. Και αυτό, άμα θέλετε να το συγκρίνετε με πολλά επαγγέλματα. Κι είναι καλό να θυμόμαστε αυτό που έλεγε ένας γέρος φούρναρης: αυτός που επιλέγει σωστά το επάγγελμά του δεν πάει ποτέ στη δουλειά. Γιατί δεν το βλέπει ως δουλειά, είναι η ζωή του. Έχει επιλέξει σωστά τη ζωή του, ορθολογικά και στρατηγικά και δε το κάνει επειδή του έχουν βάλει βάσεις επειδή έχει περάσει σε έναν διαγωνισμό και στο τέλος γύρω στα 30-35 τον πιάνει κατάθλιψη γιατί είναι σε λάθος κλάδο. Τώρα έχουμε και νεοτερισμό, αρχίζουμε απο τα 18 κι αναρωτιόμαστε αν θα έχουμε σύνταξη, ενώ απ'οτι φαίνεται δεν υπάρχει πια αυτό το πρόβλημα. (Γέλια απ'τους ακρωατές). Τι θέλω να σας πω λοιπόν, αυτό που πρέπει να κοιτάξουμε είναι το εξής: απο τα νοητικά σχήματα που υπάρχουν στην ιστορία της ανθρωπότητας η έννοια της διδασκαλίας είναι η πιό παλιά. Όπως είναι και η συμβουλευτική. Δηλαδή διδάσκω στον άλλο γιατί μεταφέρω μια γνώση. Τώρα το θέμα είναι πώς τη μεταφέρω. Άρα είναι μερικοί που θεωρούν οτι η μεταφορά γίνεται μόνο προς την κατεύθυνση της μίμησης. Δεν είναι αυτό. Χρειάζεται μια δυσκολία. Αυτό είναι το πιο σπουδαίο στην ιστορία. Άμα δεν υπάρχει δυσκολία τότε έχουμε ένα θέμα και με τη νοημοσύνη και με τη μνημοσύνη. Γιατί οτιδήποτε κατακτούμε πολύ γρήγορα το ξεχνάμε πολύ γρήγορα. Άρα άμα δεν υπάρχει μια δυσκολία δεν υπάρχει βραδύτητα στη μνήμη και η μνήμη λειτουργεί με τη βραδύτητα ενώ αυτό που λειτουργεί με την ταχύτητα είναι η λήθη. Άμα σκεφτούμε οτι ο Σωκράτης λέει απ'την αρχή οτι το πιο σημαντικό είναι η α-λήθεια, άρα η μη λήθη, σημαίνει στην πραγματικότητα οτι είναι πάνω απο τη μνήμη γιατί δεν είναι μόνο θυμάμαι, είναι οτι και δεν ξεχνώ. Ο δάσκαλος ότι και να του πουν, όπως και να τον αξιολογήσουν, μόλις μπει με τους μαθητές του θα κάνει αυτό που λέμε εργοώρες κι οχι εργατοώρες. Στις εργοώρες θα παράγει ένα έργο. Γιατί στις εργατοώρες απλώς ακολουθεί έναν θεσμό. Το θέμα είναι οτι μερικές φορές οι μαθητές δε το πιάνουν με την πρώτη, τι να κάνουμε, άρα θα πεις "αποτυχία"; Μπορείς να το συνεχίζεις. Έχουμε δασκάλους που αρχίζουν πιό νωρίς και τελειώνουν πιό αργά. Κι έχουμε δασκάλους που καλύπτουν ακριβώς το πρόγραμμα, τελειώνουν ακριβώς στην ώρα τους. Αυτοί μπορεί να είναι ωραίοι γιατί είναι στην ώρα τους αλλά δεν είναι όμορφοι. Η διδασκαλία ασχολείται με την ομορφιά γιατί ξέρει οτι μόνο η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Δεν ασχολείται με το ωραίο που θα είναι μόνο για μερικές στιγμές. Άρα, άμα σκεφτείτε τώρα οτι το πρώτο πράγμα που κάνει ο δάσκαλος είναι οτι χάνει χρόνο, μετά, την ώρα που διδάσκει διδάσκει τι, αρχές ή αξίες; Διδάσκει μόνο αξίες. Δηλαδή μεταφέρει γνώσεις-νοητικά σχήματα παλαιότερα, θεωρεί οτι είναι συνδετικός κρίκος -και μ'άρεσε που στην αρχή μιλήσατε για την αγάπη, πολύ περισσότερο απ'οτι νομίζετε. Γιατί θυμηθήκατε και τον Απόστολο Παύλο, αλλά είναι καλό να θυμόμαστε και το Χριστό. Ο Χριστός θα μπορούσε να είχε κάνει μια πολύ απλή επανάσταση, με την κλασσική έννοια δηλαδή μια συνέχεια συμβατική και να είχε προσθέσει πάλι κανόνες απαγορευτικούς. Η μεγάλη επανάσταση του Χριστού είναι οτι αντί να βάλω νέες εντολές, λέω στον άλλον "αγάπα αλλήλους". Ξαφνικά, επειδή μας απασχολεί τόσο πολύ αυτή η αγάπη δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε τα άλλα που μας είχαν απαγορεύσει. Άρα είναι μια εποικοδομητική προσέγγιση. Εδώ είναι το ίδιο, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μοντέλα όπως είναι η θερμοδυναμική, άκουσα και για την κβαντική θεωρία αλλά στην πραγματικότητα να θυμόμαστε οτι έχουμε μερικά θέματα σ'αυτό τον τομέα. Π.χ ξέρουμε οτι ένα σύστημα ισορροπημένο δεν είναι δημιουργικό. Άρα όταν ο Prigogine θα πάρει ακόμη και το βραβείο νόμπελ που θα αποδείξει οτι η δημιουργικότητα εμφανίζεται σε συστήματα μακράν ισορροπίας. Αυτό τι σημαίνει πρακτικά; Η ιδέα ποιά είναι: άμα δεν έχει ευελιξία, άμα δεν έχει ελευθερία, δεν έχει βαθμό ελευθερίας, δεν έχει βαθμό δημιουργικότητας. Το σημαντικό που ξέρουμε ακόμη και στα μαθηματικά -είναι πολλά παιδιά που έχουν πολλές δυνατότητες στα μαθηματικά- και ξέρουμε οτι εξαφανίζονται μόλις μπαίνουν στο σχολείο. Για ποιόν λόγο: γιατί έχουν μερικές τεχνικές που είναι ιδιόμορφες, ιδιότροπες και δε μπαίνουν στο γενικό καλούπι. Άρα όταν μπαίνουν στο σχολείο και τους μαθαίνουν έναν αλγόριθμο συγκεκριμένο κι όχι έναν άλλον μετά ξεχνάνε σιγά-σιγά αυτό γιατί δε μπορούσαν να το εξηγήσουν πώς λειτουργούσε. Αυτό λοιπόν το βλέπουμε πολύ συχνά στα παιδιά, επειδή τους βάζουμε σε ένα καλούπι αφαιρούμε την έννοια της δημιουργικότητας. Όταν λέμε λοιπόν οτι αξιολογούμε πρέπει να είμαστε συγκεκριμένοι. Αν είναι ένα σύστημα ανάδρασης όπως θα ήταν μια μηχανή Wiener σε σχέση με μια μηχανή Turing είναι μια χαρά. Δηλαδή εξελίσσεται, κάνει ανάδραση, προσπαθεί να σκεφτεί πώς λειτούργησε, αν ήταν αποτελεσματικό, είναι αυτό που κάνει κάθε εγκέφαλος, που κάνει καλά που το κάνει. Αλλιώς θα ήμασταν όλοι κόπανοι. Εννοώ στο πιάνο. Η ιδέα είναι οτι άμα δεν έχω ανάδαση δε μπορώ να έχω δράση. Είναι λίγο παράξενο γιατί θα μου πείτε η ανάδραση έρχεται μετά απ'τη δράση. Το θέμα είναι οτι δεν θα'χω επόμενη δράση, άρα δε θα μπορώ να είμαι διαδραστικός, δε θα μπορώ να είμαι (επεμβαίνει μια ακροάτρια λέγοντας "αντιδραστικός") αντιδραστικός μπορούμε πάντα μην ανησυχείς, στην Ελλάδα είμαστε... εμείς αρχίζουμε πρώτα με το αντί και μετά κάνουμε τη δράση. Είναι μερικοί που χτίζουν έναν τοίχο κι ο άλλος σου λέει ωραία θα μπορώ να τον σπρώξω. Γιατί πριν τον χτίσει δε μπορούσε να τον κάνει τίποτα. Άρα το αντί πολύ συχνά είναι απο πριν αλλά αυτό που έχει σημασία είναι η σκέψη πριν. Η σκέψη θέλει χρόνο. Άρα για να είσαι γρήγορος στη δράση πρέπει να είσαι αργός στη σκέψη. Δηλαδή πρέπει να το 'χεις σκεφτεί. Είναι πολλοί που θέλουν να έχουν άμεση δράση, το λέμε κιόλας "άμεση δράση" ενώ είναι λάθος να λέμε άμεση σκέψη. Μια φορά -επειδή μιλήσατε και για τον Foukault, κάνω αναφορές και σ'αυτά που είπατε- στη Γαλλία θέλανε να αξιολογήσουν έναν μαθηματικό γιατί έβλεπαν οτι εδώ και μια πενταετία δεν είχε παράγει τίποτα. Σου λέν τι κάνει αυτός. Του λέν "ξέρεις κανονικά κάθε χρόνο πρέπει να υποβάλλεις αυτά που έχεις εκπονήσει". Λέει "δεν το'χω δημοσιεύσει ακόμη". Και του λένε "κάνε κάτι, για να φανεί οτι κάνεις κάτι ας πούμε για να μη σε διώξουμε". Κρατικός φορέας. Λέει "εντάξει αφού θέλετε..." Ήταν νέα θεωρία. Το πιό ωραίο είναι οτι αυτή η νέα θεωρία έχει μείνει, όλα τα άλλα που έχουν δώσει οι άλλοι κάθε χρόνο δεν έχει μείνει τίποτα, ήταν απλώς άρθρα. Κι εδώ είναι που μπερδευόμαστε -και χάρηκα όταν μίλησες για την καινοτομία- μπερδεύουμε την καινοτομία με την πατέντα, μπερδεύουμε το άρθρο με την ανακάλυψη και έχουμε πήξει με άρθρα ενώ οι ανακαλύψεις είναι ελάχιστες. Έχουμε πήξει με πατέντες ενώ οι καινοτομίες είναι ελάχιστες. Τώρα, για να είμαι συγκεκριμένος και να μπορέσω να προσαρμοστώ και στο θέμα του χρόνου: έχετε ποτέ σκεφτεί οτι μία απο τις μεγαλύτερες καινοτομίες της ιστορίας της ανθρωπότητας είναι η διδασκαλία; Δηλαδή, εδώ και αιώνες λέει ακριβώς τα ίδια πράγματα, έχει πάντοτε ένα δάσκαλο, έχει πάντοτε μαθητές, πάντοτε ο ένας διδάσκει, ο άλλος μαθαίνει, μετά σιγά - σιγά μαθαίνει πώς να μαθαίνει, και αυτοί οι δύο λένε συνεχώς τα ίδια, εδώ και αιώνες. Έχει πολλές εργασίες που έχουν δημιουργηθεί που τις θεωρούσαμε υπερσύγχρονες οι οποίες έχουν εξαφανιστεί. Σε μουσεία έχουμε μερικά εργαλεία απο εργασίες που πρέπει κάποιος ξεναγός να σου εξηγήσει ποιά ήταν η εργασία ενώ τότε θεωρούσαμε οτι ήταν εντυπωσιακό. Αυτό που προσπαθώ να σας πω είναι το εξής: όποια και να είναι η αξιολόγηση άμα είναι μόνο αξιολόγηση χωρίς αξιολογία είναι πολύ απλό, αυτή θα πάει στο μουσείο. Η αξιολόγηση. Ο δάσκαλος κι ο μαθητής δε θα πάνε στο μουσείο, παραμένουν ζωντανοί. Δηλαδή παρόλο που βλέπουμε όλα αυτά τα πράγματα συνεχίζουν να παράγουν αυτό το έργο και δεν υπάρχει στην ιστορία της ανθρωπότητας κάτι που να μη προέρχεται απο το θέμα της διδασκαλίας. Κι έχει ενδιαφέρον όταν κοιτάζετε τους μεγάλους επιστήμονες και τους φιλόσοφους κτλ αυτό που σας λένε είναι "είχα τον δάσκαλο τάδε" δε σας λένε "είχα τον καθηγητή τάδε". Τον καθηγητή τον έχουν μετατρέψει σε δάσκαλο. Ακόμη κι αν ήταν καθηγητής θεσμικά. Θυμάμαι σε ένα πρόγραμμα επιμόρφωσης μου έλεγαν "κύριε Λυγερέ μπερδεύεστε εμείς είμαστε καθηγητές κι όχι δάσκαλοι" και λέω "φαίνεται". (Ακούγονται γέλια απ'τους ακροατές). Άρα η ιδέα για να είμαστε ξεκάθαροι είναι οτι μία απο τις μεγαλύτερες καινοτομίες είναι η διδασκαλία. Σε έναν τομέα που έχουμε κάνει πάλι μια καινοτομία είναι το θέμα του Ελληνισμού. Άμα το σκεφτούμε ορθολογικά -και θέλω τώρα να το αξιολογήσετε ντόμπρα και σταράτα συγχρονικά: ο Ελληνισμός έχει κάνει τα πάντα για να βρίσκετε σε δύσκολες θέσεις. Είναι στα νησιά, είναι σε άγονες γραμμές, ανεβαίνει πάνω στα Μετέωρα, δηλαδή λες ρε παιδί μου πού πήγες, που πας ρε Καραμήτρο; Η ιδέα ποιά είναι: στην πραγματικότητα έχει διαλέξει δύσκολες τοποθεσίες για να ταξιδέψει μεσ'τον χρόνο. Ο μόνος τρόπος να διασχίσετε τον χρόνο είναι να έχετε έναν χώρο δύσκολο. Όταν ο χώρος είναι εύκολος έρχονται όλοι πάνω σας. Όταν είναι δύσκολος σου λέει ποιός θα πάει εκεί πέρα. Άρα, άμα το σκεφτείτε, σας λέω ένα πράγμα πολύ απλό: το Πήλιο είχε πάρα πολλά χωριά, πολύ αναπτυγμένα επί Τουρκοκρατίας, για τον λόγο οτι μέχρι να φτάσεις απ'το ένα χωριό στο άλλο, ο Θεός κι η Παναγία, ενώ μόλις τέλειωσε η Τουρκοκρατία εμφανίστηκε ο Βόλος. Μα είναι πάρα πολύ απλό, άμα ξαναεμφανιστεί η Τουρκοκρατία ο Βόλος θα εξαφανιστεί, θα ξαναπάνε όλοι στα χωριά στο Πήλιο. Τι θέλω να πω μ'αυτό: οι δυσκολίες που επιλέγουμε στο πλαίσιο της διδασκαλίας και του Ελληνισμού είναι αυτό που μας επιτρέπει να είμαστε του χρόνου και να είμαστε διαχρονικοί και να μπορούμε τώρα εμείς που μερικές φορές λέμε μεταξύ μας οτι είμαστε "νεο-έλληνες, οτι είμαστε μοντέρνοι, πόσο μοντέρνοι, μεταμοντέρνοι" τέλος πάντων... απλώς Έλληνες είμαστε να το ξέρετε, όλα αυτά τα άλλα τα βγάζουμε. Στην πραγματικότητα αυτό που μένει απο την έννοια της διδασκαλίας είναι η έννοια της αξίας. Είναι πάρα πολύ εντυπωσιακό όταν λέμε οτι θα συμβιβαστούμε με ένα σύστημα -είπες την λέξη συμβιβασμός πριν ε, να το προσέχεις αυτό (μιλώντας σε μια γυναίκα) δεν είναι αναγκαίο. Προσπαθώ να σας πω το εξής: η δυσκολία προέρχεται απο τις επιλογές μας. Πολύ σωστά το είπατε στην αρχή, επιλέγω σημαίνει απορρίπτω κάτι άλλο. Άρα άμα το σκεφτούμε ορθολογικά οτι όταν διαλέγω σημαίνει απορρίπτω τότε η επιλογή έχει κόστος. Η μία απο τις μεγαλύτερες επιλογές που έχει κάνει ο δάσκαλος είναι η επιλογή της ελευθερίας. Δεν υπάρχει Δάσκαλος όταν δεν είναι ελεύθερος. Δεν είναι δάσκαλος. Χασάπης υπάρχει. Ελεύθερος, σκλαβωμένος θα είναι χασάπης. Ο δάσκαλος όμως λειτουργεί σε ένα πλαίσιο ελευθερίας. Αν τώρα το συνδυάσετε μ'αυτό που έχουμε εμείς επιλέξει ως Έλληνες σαν σύνθημα "ελευθερία ή θάνατος" δηλαδή απ'όλες τις επιλογές που είχαμε έχουμε επιλέξει αυτήν, και θα ήθελα να σκεφτείτε άμα λειτουργεί. Ναι λειτουργεί γιατί άμα κοιτάξετε τον Σωκράτη είναι ακριβώς αυτό, ελευθερία ή θάνατος. Δε θα είμαι ελεύθερος τότε προτιμώ να είμαι νεκρός. Κι όταν του λένε οι ίδιοι οι μαθητές του προσπάθησε να κάνεις μια απόδραση, λέει μα άμα το κάνω θα ακυρώσω όλο το έργο. Γιατί; Γιατί μέσω της διδασκαλίας αυτό που βλέπουμε είναι οτι δεν είναι το ον που δημιουργεί το έργο, είναι το έργο που δημιουργεί το ον. Η έννοια του δασκάλου -όταν σας έχει συμβεί, μιλάω τώρα για τους πιό μεγάλους συναδέλφους- να έχετε μικρούς που τώρα έχουν γίνει γίγαντες και να σας φωνάζουν στο δρόμο "δάσκαλε". Βλέπεις τον γίγαντα εσύ και σου λέει "δε μ'αναγνωρίζεις;" Εσείς τον είχατε δει τόσο (μικρό). Γι'αυτόν είναι ένα σημείο αναφοράς. Άρα θα ήθελα να τελειώσω λέγοντας οτι ο δάσκαλος είναι φάρος. Δηλαδή. άμα εξετάσετε έναν φάρο απο την πλευρά του ναυτικού: δεν κουνιέται, δεν φωτίζει τον εαυτό του, είναι άχρηστος, δε μεταφέρει τίποτα. Αν τον εξετάσετε τώρα από την πλευρά των καραβιών: ευτυχώς που δεν κουνιέται, ευτυχώς που δε φωτίζει τον εαυτό του και φωτίζει τους άλλους. Άρα αυτό που ζητάμε απο τον Δάσκαλο είναι να είναι ακίνητος, να είναι όρθιος όταν όλοι οι άλλοι γονατίζουν και να συνεχίζει να εκπέμπει το φως ότι και να γίνεται. Και ο δάσκαλος φαίνεται καλύτερα στο σκοτάδι παρά την μέρα. Άρα άμα κοιτάξετε έναν φάρο την ημέρα θα πείτε τι είναι αυτό το πράγμα. Όταν δε βλέπετε πια τίποτα βλέπετε μόνο τον φάρο. Κι αυτό που σας λέει ο φάρος είναι που θα πας. Και σας το λέει για την κίνησή σας ενώ αυτός είναι ακίνητος. Αλλά γιατί είναι διαχρονικός; Επειδή είναι ακίνητος, παραμένει μέσα στον χρόνο. Ο δάσκαλος είναι εκ φύσης διαχρονικός αλλά για όσους απο σας είναι όντως δάσκαλοι και ανησυχούν μ'αυτά που ακούν, μην ανησυχείτε είναι ακριβώς το ίδιο που έγινε και με τον Νίτσε όταν είπε "ο Θεός πέθανε. Νίτσε", σε ένα θεατρικό έβαλαν "ο Νίτσε πέθανε. Θεός". Άρα άμα είναι του τύπου, πιστεύετε οτι "ο δάσκαλος πέθανε, αξιολόγηση" στην πραγματικότητα είναι "η αξιολόγηση θα πεθάνει" μην ανησυχείτε, απο κάτω είναι γραμμένο "ο Δάσκαλος".




Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Μετασυντακτικές Δομές.


Μετασυντακτικές Δομές

Νίκος Λυγερός

Κανείς δεν μπορούσε να υπολογίσει όλες τις διακλαδώσεις.
Κι όμως ο υπολογισμός έπρεπε να γίνει.
Τουλάχιστον για μια πρώτη εκτίμηση.
Έτσι επιλέχτηκε η σκέψη αντί της γλώσσας.
Είχαν βέβαια όλοι διαβάσει γλωσσολογία.
Αλλά ποιος από όλους αυτούς τολμούσε να περάσει στη σκέψη;
Λες και τα συμπεράσματα ήταν κλειστά.
Ενώ ο κόσμος ήταν μια ανοιχτή δομή.
Η σημειωτική ήταν όντως μια πρώτη προσέγγιση.
Μετά από το έργο του Peirce, υπήρχε συνέχεια.
Αυτό το είχε αποδείξει ο Eco σε όσους μπορούσαν να τον διαβάσουν.
Από την άλλη πλευρά ήταν και η προσέγγιση του Chomsky.
Όλα αυτά ήταν ταυτόχρονα στο μυαλό τους από καιρό.
Το πρόβλημα ήταν η σύνθεση.
Άλλοι προτιμούσαν τη γλώσσα κι άλλοι τη σκέψη.
Είχε έρθει η ώρα της νοημοσύνης.
Κι έπρεπε να ήταν ακραία.
Για να γίνει το υπερβολικό, αλήθεια.
Η θεωρία αυτομάτων ήταν ισχυρή, αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει τα πάντα.
Η συστημική είχε αγγίξει τα όριά της εδώ και δεκαετίες.
Ενώ τα δυναμικά συστήματα ήταν όλο και πιο ανθεκτικά.
Ακόμα κι εκεί που δεν το περίμενε κανείς.
Μακράν ισορροπίας.
Για ν’ απελευθερωθούν από το δόγμα της θερμοδυναμικής.
Διότι εκεί υπήρχε και δημιουργικότητα.
G – factor.
Άλλη μια προσέγγιση.
Αυτή τη φορά αφορούσε τον πυρήνα της σκέψης και της γλώσσας.
Η θεωρία του Spearman είχε στόχο τη νοημοσύνη.
Δίχως συμβατικά όρια.
Μόνο και μόνο για το αληθές.
Στο κάτω - κάτω της γραφής αφού ήταν η κοινή τομή.
Γιατί να μη γίνει κόμβος καινοτομίας;
G-test.
Για την υλοποίηση της ακραίας ψυχομετρικής.
Δεν αφορούσε πια άτομα της διαφοράς που δεν έχουν τίποτα άλλο.
Αλλά καταστάσεις πέρα από τα όρια της κατανόησης.
Γι’ αυτόν το λόγο η επινόηση ήταν απαραίτητη.
Οι επαφές είχαν γίνει.
Αλλά η ουσία εμφανίστηκε με τις σχέσεις.
Η μέτρηση δεν επαρκούσε.
Και το μοντέλο ήταν διαφορετικό.
MIND.
Ο λόγος ήταν απλός αφού το έργο δημιουργούσε το ον.
Οι Μετασυντακτικές δομές άρχισαν με αυτόν τον τρόπο.


Νευροφιλοσοφία

Μετά το Tractatus Logico-Philosophicus, υπήρχε μέλλον.
Ο Wittgenstein το είχε ζήσει.
Ό,τι και να έλεγε ο Russell.
Το θέμα ήταν ποιος το ήξερε.
Έτσι είχε γίνει και με τον Carroll αλλά όλοι κοίταζαν την Αλίκη.
Θα έπρεπε να είχαν ενσωματώσει μερικά κριτήρια του Popper.
Είχε προσπαθήσει ο Kuhn.
Και μερικά θέματα είχαν νόημα.
Το παίγνιο άλλαξε μορφή με τον Lakatos.
Αλλά ποιος έπιασε τον Feyerabend.
Δίχως να εκφυλίσει τη σκέψη του.
Βέβαια βοήθησε ο Polya όμως η ανακάλυψη παρέμεινε αποκάλυψη.
Serendipity.
Ο εγκέφαλος ήταν πάντα ένα μαύρο κουτί.
Λες και ήταν η μόνη απάντηση στην απαίτηση:
«Ζωγράφισέ μου έναν εγκέφαλο»
Μόνο που δεν υπήρχε Μικρός Πρίγκιπας να το αποδεχθεί.
Η φιλοσοφία δυσκολευόταν.
Σκέφτηκε μια στιγμή την ψυχολογία.
Όμως κατάλαβε ότι ήταν αδιέξοδο.
Έπρεπε να σκεφτούν εκτός κουτιού.
Γιατί δεν ήταν όλα μαύρα.
Υπήρχαν και τα λευκά.
Υπήρχε και το σκάκι που ζούσε εδώ και αιώνες.
Δεν ήταν τυχαίο.
Ήταν θέμα ανάγκης.
Κι η ανάγκη δημιούργησε.
Το πολεμικό εργαλείο είχε μετατραπεί σε όργανο νοημοσύνης.
Δεν ήταν μόνο η Στρατηγική.
Η Χρονοστρατηγική διαπερνούσε όλη τη σκακιέρα.
Ακόμα κι αν ήταν σπάνιοι όσοι το έβλεπαν.
Ολιστική προσέγγιση.
Είχε φτάσει στα όριά της η ανάλυση.
Έπρεπε να τη συμπληρώσει η σύνθεση.
Ήταν απαραίτητο.
Λόγω ανάδρασης.
Πέρα από τη μηχανή του Turing έπαιζε πια η μηχανή του Wiener.
Η νευροφιλοσοφία ήταν μια απαίτηση.
Έπρεπε να θεωρήσει τις μετασυντακτικές δομές.
Αλλιώς το αόρατό τους δεν επέτρεπε την ανάλυση της φιλοσοφίας.
Χρειαζόταν η σύνθεση της νευροφιλοσοφίας.
Δεν ήταν πια επιστημολογία.
Με την έννοια επιστήμης για την επιστήμη.
Αλλά δράση της νοημοσύνης ως συνείδηση.


Συνειδητοποιημένη εμπάθεια

Με την γνήσια εμπάθεια την ετυμολογική άρχισε η ανάδραση.
Δεν υπήρχε πια διαμάχη μεταξύ σκέψης και γνώσης.
Ο σκοπός ήταν ο πυρήνας και αυτός ήταν η νοημοσύνη.
Αυτή η απαγορευμένη έννοια για την κοινωνία.
Και τόσο απαραίτητη για την Ανθρωπότητα.
Ήμασταν ήδη πέρα από τα προβλήματα της κλίμακας Stanford-Binet, Raven,
Cattell, Wechsler.
Ήταν μόνο εργαλεία.
Το έργο που δημιουργεί το ον άρχισε με τον Terman.
Οι τερμίτες ζούσαν.
Και αυτό από μόνο του ήταν μια καινοτομία.
Συνειδητοποιημένη εμπάθεια.
Αγάπη για την Ανθρωπότητα.
Αλτρουισμός της νοημοσύνης.
Αξίες της κενότητας.
Οι ανύπαρκτοι άνθρωποι υπήρχαν περισσότερο απ’ ό,τι νόμιζαν τα άτομα.
Το πρόβλημά τους δεν ήταν λοιπόν η επίλυση.
Αυτό είχε γίνει από την αρχή.
Από τον θάνατό του δηλαδή.
Η ταξινόμηση ήταν διαφορετική.
Δεν ακολουθούσε μια συμβατική ιεραρχία.
Δεν θα είχε νόημα.
Ήταν υπερβολική.
Με σύνολα μερικής διάταξης.
Λόγω διακλαδώσεων.
Και αυτό δεν μπορούσε να μετρηθεί με κλασικούς τρόπους.
Δεν είχε σημασία.
Δεν ήταν ανάγκη να αποδείξουν ότι ζούσαν.
Το ήξεραν.
Και οι άλλοι θα το μάθαιναν μετά.
Κι αν το μετά δεν επαρκούσε θα ερχόταν οι επόμενοι.
Αφού οι προηγούμενοι ήταν ανίκανοι.
Γρήγορα η έννοια του ψηφιδωτού αποκτούσε τα στοιχεία της.
Εκ φύσης, οι αναλύσεις ήταν καταδικασμένες.
Μικρό-τοπική, τοπική, ολική.
Χρειαζόταν άλλες απεικονίσεις.
Και η μορφοκλασματική ανάλυση ήταν μόνο το πρώτο στάδιο.
Τα αρχικά βήματα.
Όχι το άλμα.
Γι’ αυτό η κυβερνητική ήταν ανεπαρκής για τέτοιες οντότητες.
Δίχως οντολογία.
Μόνο με τελεολογία.
Δίχως παρόν.
Μόνο με παρελθόν και μέλλον.
Ήταν οι δεσμοί της θεωρίας.
Σπορά και διασπορά στον Χρόνο.



Δίχως σκέψη, δίχως γλώσσα

Δίχως σκέψη, δίχως γλώσσα.
Μόνο με νοημοσύνη.
Τότε ήταν απαραίτητη η μνήμη.
Για να διαχωρίζουν το παρελθόν από το μέλλον.
Μνήμη μέλλοντος.
Για να διακρίνουν το εγκλωβισμένο μέλλον μέσα στο παρελθόν.
Η μνήμη ως κομμάτι της Ανθρωπότητας μέσα στη νοημοσύνη.
Και η διαχείρισή της.
Η πρώτη κρίση.
Εμβυθισμένη νοημοσύνη μέσα στην Ανθρωπότητα.
Ψηφίδα μέσα στο ψηφιδωτό.
Νέα μοναδολογία.
Η ψηφίδα είναι η μονάδα.
Ψηφιδολογία.
Χρονική τιμή.
Χρονοστρατηγική.
Μαθαίνεις πώς να μαθαίνεις.
Για ν’ αρχίσεις να μαθαίνεις.
Μάθημα ζωής.
Ζωή μαθήματος.
Οι μετακανόνες πριν τους κανόνες.
Για να είναι έτοιμο το μετά πριν το πριν.
Και το πριν μετά το μετά.
Μετετοιμασία.
Προετοιμασία.
Διαδικασία αναγνώρισης της γνώσης.
Για να υπάρξει γνώση.
Ποιος μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι;
Άνθρωποι που παρακολουθούσαν πριν ακολουθήσουν.
Κανείς.
Τουλάχιστον κανένα άτομο.
Γιατί ήταν αδιανόητο.
Ήταν ταυτόχωρα παρελθόν και μέλλον.
Κράμα ιστορίας και στρατηγικής.
Χρονάνθρωποι.
Η σκέψη και η γλώσσα ήταν επεκτάσεις.
Η πηγή ήταν η νοημοσύνη.
Άλλης μορφής.
Συμπυκνωμένη ενέργεια.
Δίχως ύλη.
Δίχως πρόγραμμα.
Αυτοδημιούργητα.
Αυτό σκέφτηκε ότι είπε.
Αυτό είπε η σκέψη.
Νους.



Νοητική Επανάσταση

Έτσι είχε αρχίσει ο πόλεμος των εγκεφάλων.
Μετά την ανάσταση.
Ανατροφοδότηση του πίνακα.
Δίχως νέες εντολές.
Γενικευμένος αλτρουισμός.
Θεωρία νοητικών σχημάτων.
Οι κοινωνίες μισούσαν τα βιβλία.
Προσπαθούσαν να εκφυλίσουν και το διαδίκτυο.
Θεωρούσαν ότι οι βιβλιοθήκες ήταν οίκοι ανοχής.
Κι αποφάσισαν να τις απαγορεύσουν.
Έτσι έγιναν παράνομες.
Γιατί οι άνθρωποι δεν άντεχαν αυτόν το νόμο.
Δεν ήταν ανθρώπινος και τον απέρριψαν.
Όμως τα συστήματα προσπαθούσαν να τον επιβάλλουν παντού.
Κι όταν έπιαναν έναν άνθρωπο να διαβάζει του έκαναν πλύση εγκεφάλου.
Του αφαιρούσαν τη μνήμη.
Για να ξεχάσει τα πάντα.
Έχανε τα λόγια, έχανε τις σκέψεις του.
Και στιγμάτιζε τη νοημοσύνη του για να μην μπορεί να ξαναδιαβάζει.
Νοοκτονία.
Ένα νέο έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας.
Στην αρχή ακολούθησαν τις φάσεις που είχε περιγράψει ο Stanton.
Μόνο που δεν υπήρχε ακόμα κάποιος σαν τον Lemkin.
Οι άνθρωποι ξαφνιάστηκαν από αυτή την απόφαση.
Και στη συνέχεια από τις καταδίκες
Τουλάχιστον αυτοί που το αντιλήφθηκαν.
Γιατί οι περισσότεροι μετατράπηκαν σε θύματα.
Ελάχιστοι ήταν αυτοί που άντεξαν.
Και οι κοινωνίες τους ονόμασαν τέρατα.
Σαν τους σελιδοδείκτες ζούσαν ανάμεσα στα βιβλία από την αρχή.
Ήξεραν μάλιστα και να τα δημιουργούν.
Διάβαζαν τους νεκρούς και έγραφαν για τους αγέννητους.
Ήταν αυτοί που δεν υπήρχαν στο παρελθόν.
Ενώ ήταν αυτοί που θα υπάρχουν στο μέλλον.
Η νοοκτονία δεν ήταν ένας πόλεμος.
Ήταν σαν την γενοκτονία μια συστηματική καταστροφή.
Στην αρχή τα συστήματα απαγόρευσαν τους εκδότες.
Ήταν πιο εύκολο από τους συγγραφείς.
Έτσι οι τελευταίοι δεν μπορούσαν πια να εκδώσουν τα βιβλία τους.
Ήθελαν τα συστήματα να εκφυλίσουν ακόμα και τη συγγραφή.
Άφησαν τις εφημερίδες και τα περιοδικά για να μη γίνουν αντιληπτοί.
Όμως στις φυλλάδες πλήρωναν ήδη ραγιάδες για να καταδικάσουν τα βιβλία.
Χρησιμοποιούσαν τη λέξη βιβλιογραφία σαν την πορνογραφία.
Και τα άτομα που ακολουθούσαν μόνο το πρέπει, το ενίσχυσαν.
Το βιβλίο είχε γίνει χυδαίο κι η ανάγνωση αισχρή.



Οι κατάδικοι του έργου

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, κυριαρχούσε η καθημερινότητα.
Κανείς πια δεν έγραφε για το παρελθόν.
Τουλάχιστον στις κοινωνίες.
Υπήρχαν μόνο εφημερίδες και μιλούσαν αποκλειστικά για τις ημέρες.
Σιγά σιγά, χωρίς να γίνει αντιληπτό έγραφαν τα ίδια.
Και οι εφημερίδες κατέληξαν να είναι μία.
Η επίσημη εφημερίδα της κυβέρνησης.
Όλες οι άλλες με την πάροδο του χρόνου είχαν κλείσει.
Διότι πόσες φορές να αγοράσεις τα ίδια νέα;
Η καθημερινότητα είχε μετατραπεί σε αιωνιότητα.
Γιατί η ίδια η μέρα ήταν πια αθάνατη.
Κάθε ημέρα ήταν η ίδια ημέρα.
Το σύστημα το είχε χρησιμοποιήσει για να καθορίσει την πολιτική του.
Η αλλαγή ήταν καλή, αν ήταν η ίδια.
Τα βιβλία είχαν κυριολεκτικά εξαφανιστεί από τις αγορές.
Δεν υπήρχε πια πεδίο σύγκρισης της διαφορετικότητας.
Όλα ήταν ίδια.
Πάντα.
Δίχως βιβλία, το παρελθόν και το μέλλον ήταν άχρηστα.
Μόνο και μόνο η αναφορά σε εργογραφία ήταν καταδικαστέα.
Δεν υπήρχαν πια φύλλα.
Μόνο μια σελίδα.
Μια ιστοσελίδα μάλιστα.
Η επίσημη της κυβέρνησης.
Είχαν ακολουθήσει τα αυταρχικά συστήματα.
Το κενό ήταν η οδός της ευτυχίας.
Τα άτομα ήταν ευτυχισμένα.
Δεν υπήρχε πια κανείς να τα προβληματίσει, να τα βάλει σε σκέψεις.
Κανείς δεν έβγαζε γλώσσα.
Είχαν εξαφανιστεί και τα λογοπαίγνια.
Κάθε λέξη ήταν μονοσήμαντη.
Καθώς τα λεξικά ήταν βιβλία και μάλιστα χρηστικά είχαν αποσυρθεί.
Όσο για τις εγκυκλοπαίδειες, η κατοχή τους και μόνο
αποτελούσε αίτιο θανατικής ποινής.
Δεν φαινόταν τίποτα άλλο στον ορίζοντα.
Άλλωστε αυτός σταματούσε στο τέλος της ημέρας.
Δεν μπορούσε να πάει πιο πέρα.
Ήταν το τελικό του όριο.
Η νύχτα είχε πέσει πάνω στην Ανθρωπότητα.
Οι κοινωνίες είχαν βρει ένα μέσον για να την αφοπλίσουν.
Για να την εξουδετερώσουν.
Για να την αφανίσουν.
Τότε φάνηκε η αντίσταση.
Τα τέρατα απέκτησαν μια αποστολή.
Θα ήταν τα απαγορευμένα βιβλία.



Μνημοτεχνικοί Κώδικες

Η βιβλιοφορία άρχισε ως κίνημα κι έγινε πορεία.
Τα τέρατα δεν ζούσαν μέσα στις κοινωνίες.
Τους απασχολούσε αποκλειστικά η Ανθρωπότητα.
Ήταν ήδη μετετοιμασμένα.
Και δεν είχαν καμιά δυσκολία για να μπουν στην αντίσταση.
Άρχισαν έναν κλεφτοπόλεμο.
Πήγαιναν σε διάφορους θεσμούς με τα βιβλία τους.
Έβγαζαν φωτογραφίες κρατώντας τα βιβλία τους.
Κι ανέβαζαν τις φωτογραφίες σε διάφορες ιστοσελίδες.
Σιγά σιγά ακολούθησαν αυτό το παράδειγμα όλοι όσοι ζούσαν ελεύθεροι.
Σε όλα τα κατεχόμενα μέρη από τις κοινωνίες, έβαζαν το στίγμα τους.
Αυτή η αποστολή γέννησε ανάλογες και περισσότερες.
Γιατί με την απαγόρευση των βιβλίων οι άνθρωποι είδαν την αξία τους.
Έτσι έγιναν οι άνθρωποι των βιβλίων.
Τότε τα τέρατα πήραν τις εγκυκλοπαίδειες.
Πολυκυκλοπαίδεια.
Αυτό πόνεσε το σύστημα.
Δεν είχε υπολογίσει καμία αντίσταση.
Ακόμα και τα τέρατα τα έβλεπε σαν μοναχούς, ακίνδυνους.
Λόγω απομόνωσης.
Δεν είχε προβλέψει ότι υπήρχαν μοναχοί πολεμιστές.
Ο πόλεμος των εγκεφάλων είχε αλλάξει φάση.
Οι αθώοι είχαν πια τους Δίκαιους.
Οι άνθρωποι μάθαιναν για τα τέρατα.
Και οι αποστολές ήταν πράξεις.
Παράνομα βέβαια, άνοιξαν τυπογραφεία.
Δεν περνούσαν πια από εκδότες που ήταν στόχοι.
Ο συγγραφέας πήγαινε το έργο του στο τυπογραφείο.
Η επίσημη εφημερίδα αναγκάστηκε ν' αλλάξει.
Ήταν η πρώτη της ήττα.
Έβγαλε νέους απαγορευτικούς νόμους.
Αλλά η επανάσταση δεν ήταν τοπική.
Η ιστορία της ακολουθούσε άλλα σχήματα.
Ακολουθία του Hofstadter αφού η Fibonacci ήταν προβλέψιμη.
Η νοημοσύνη δημιουργούσε μέσω του Χρόνου αντίσταση στο χώρο.
Δεν προσπαθούσε να κυριαρχήσει.
Κρατούσε σημεία του χώρου και τα μετέτρεπε σε κόμβους.
Στην συνέχεια τα τέρατα με τους δεσμούς έπλεκαν.
Έτσι οι υπερχορδές άλλαξαν τις διακλαδώσεις.
Η ολιστική προσέγγιση δεν επέτρεψε στο σύστημα να είναι παντού.
Γιατί το σύστημα δεν ήταν πλήρες.
Θεώρημα του Gödel.
Νοητικά η αντίσταση αξιοποίησε το θεώρημα Banach - Tarski.
Έτσι τα βιβλία πολλαπλασιάστηκαν σαν τα ψάρια του ωκεανού.
Ίσως Χρειάστηκε Θαύμα Υπέρ Σκέψης.
Τάδε έφη το βιβλίο.


Για το έργο (opus) του Ν.Λυγερού πατήστε εδώ.

Σχετικές πληροφορίες: